αὐσταλέος

αὐσταλέος, αὐστηρός
See also: αὖος
Page in Frisk: 1,190

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αυσταλέος — αὐσταλέος και ἀϋσταλέος, α, ον (Α) 1. ξερός, στεγνός, ηλιοκαμένος 2. διψασμένος, διψαλέος 3. ναρκωμένος, ξερός από φόβο 4. ξεραμένος, μαραμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) αυστ (πιθ. του ρηματικού επιθ. *αυστός του αὔω ή αὕω «ξεραίνω, στεγνώνω») +… …   Dictionary of Greek

  • αὐσταλέος — dried up masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀυσταλέος — αὐσταλέος dried up masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέα — αὐσταλέος dried up neut nom/voc/acc pl αὐσταλέᾱ , αὐσταλέος dried up fem nom/voc/acc dual αὐσταλέᾱ , αὐσταλέος dried up fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέον — αὐσταλέος dried up masc acc sg αὐσταλέος dried up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέης — αὐσταλέος dried up fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέοι — αὐσταλέος dried up masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέου — αὐσταλέος dried up masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέους — αὐσταλέος dried up masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐσταλέῳ — αὐσταλέος dried up masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀυσταλέη — αὐσταλέος dried up fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.